- ἡμιτριταϊκός
- ἡμι-τριταϊκός, ή, όν, Ptol.Tetr.199.
Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.
Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.
ημιτριταϊκός — ἡμιτριταϊκός, ή, όν (Α) ημιτριταίος*. [ΕΤΥΜΟΛ. < ημι * + τριταϊκός (< τριταίος)] … Dictionary of Greek
ἡμιτριταικῶν — ἡμιτριταικός fem gen pl ἡμιτριταικός masc/neut gen pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἡμιτριταικόν — ἡμιτριταικός masc acc sg ἡμιτριταικός neut nom/voc/acc sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἡμιτριταικοῖς — ἡμιτριταικός masc/neut dat pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἡμιτριταικῷ — ἡμιτριταικός masc/neut dat sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ημι- — (AM ἡμι ) αχώριστο πρόθημα ως α συνθετικό λέξεων τής αρχ., μσν. και νεοελλ. γλώσσας που έχουν την έννοια ότι αυτό που δηλώνει το β συνθετικό είναι: α) το μισό, ως προς το ποσό (πρβλ. ημισέληνος, ημισφαίριο) β) κάτι το ελλιπές, μη τελειωμένο,… … Dictionary of Greek